ΠΗΓΗ: energypress
«Των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν». Έτσι συνόψισε ο Θουκυδίδης την καταστροφική αδυναμία της Αθηναϊκής Πολιτείας να αντιληφθεί τα πραγματικά διακυβεύματα και να τα αντιμετωπίσει με ορθή προτεραιότητα. Πιστεύει κανείς ότι το ίδιο καταστροφικό φαινόμενο δεν παρατηρείται και στα ενεργειακά πράγματα της χώρας εδώ και πάρα πολύ καιρό; Η συζήτηση για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρακολουθήσαμε πρόσφατα μια νέα –ανανεωμένη- στοχοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, και της Αιολικής Ενέργειας φυσικά, ως αποκλειστικά υπευθύνων για το ενεργειακό κόστος. Περαιτέρω, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ότι (δήθεν) οι Α.Π.Ε. και το ΕΤΜΕΑΡ αποτελούν βάρος για τη ΔΕΗ, που εάν εξέλιπε θα μπορούσε η ΔΕΗ να εισπράττει πιο εύκολα τα όσα της χρωστούν οι καταναλωτές. Σε αυτή τη συζήτηση, επιθυμούμε να καταγράψουμε τρία σημεία:
Πριν αναπτύξουμε τα ανωτέρω τρία σημεία, πρέπει να υπογραμμίσουμε προκαταρκτικά ότι η ένδεια διαφανούς πληροφόρησης και αναλυτικών δεδομένων που χαρακτηρίζει τη λειτουργία της ηλεκτρικής αγοράς, δεν επιτρέπει μια λεπτομερή καταγραφή της ακριβούς αριθμητικής εικόνας.
Ωστόσο, όσα νούμερα ανακοινώνονται μπορούν να δώσουν μια γενική εικόνα της κατάστασης που επιτρέπει την εξαγωγή πολιτικών, τουλάχιστον, συμπερασμάτων.
To τυπικό μέσο κόστος ρεύματος για τον καταναλωτή σήμερα είναι περί τα 152 €/MWh (και κυμαίνεται από 73 €/MWh έως 192 €/MWh ανάλογα με το επίπεδο της τάσης και το είδος του καταναλωτή). Το κόστος αυτό κατανέμεται περίπου ως ακολούθως:

Στα ακόλουθα σχήματα απεικονίζεται προσεγγιστικά η κατανομή του κόστους για τις βασικές κατηγορίες τιμολογίων.
Σχήμα 1α: Προσεγγιστική κατανομή κόστους στις βασικές κατηγορίες καταναλωτών

Σχήμα 1β: Προσεγγιστική ποσοστιαία κατανομή κόστους στις βασικές κατηγορίες καταναλωτών

Η παραπάνω κατανομή κόστους αναδεικνύει κατ’ αρχήν ότι το ΕΤΜΕΑΡ αποτελεί ένα ελάχιστο μέρος της συνολικής επιβάρυνσης, ειδικά στη Μέση και Υψηλή Τάση. Περαιτέρω αναδεικνύει τα πεδία όπου πρέπει να επικεντρωθεί κατά προτεραιότητα η πολιτική ώστε να διαγνώσει εάν σε βράχυ- και μεσο-πρόθεσμο ορίζοντα (δηλαδή χωρίς νέες επενδύσεις που μπορεί να αλλάξουν το μείγμα) υπάρχουν περιθώρια μείωσης κόστους. Συνοπτικά τα ερωτήματα για τους φορείς εξουσίας είναι:
Τα παραπάνω (ρητορικά;) ερωτήματα αποτελούν ταυτόχρονα προτάσεις πολιτικής για το βράχυ- μέσοπρόθεσμο ορίζοντα. Φυσικά απαιτείται σχέδιο και συνολική θεώρηση για την προώθησή τους. Για τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν σήμερα και επηρεάζουν μακροπρόθεσμα το κόστος, θα επανέλθουμε στη συνέχεια του άρθρου.
Προηγουμένως πρέπει να αναφερθούμε στο θέμα που τέθηκε για τη δήθεν επιβάρυνση της ΔΕΗ από το ΕΤΜΕΑΡ! Η πραγματικότητα είναι τελείως αντίθετη.
Το ΕΤΜΕΑΡ (ακριβέστερα, η ύπαρξη του συγκεκριμένου λανθασμένου τρόπου χρηματοδότησης του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε.) επιδοτεί το κόστος του προμηθευτή ΔΕΗ. Δηλαδή (ι) το ανταγωνιστικό τιμολόγιο που προσφέρει η ΔΕΗ στους πελάτες της είναι μικρότερο από ό,τι θα όφειλε με βάση το αληθές κόστος και (ιι) το ΕΤΜΕΑΡ αναγκάζεται να είναι μεγαλύτερο από ό,τι θα χρειαζόταν. Η στρέβλωση αυτή –στην οποία θα αναφερθούμε κάπως αναλυτικότερα στη συνέχεια- ωφελεί τη ΔΕΗ εις βάρος των Α.Π.Ε αλλά και του καταναλωτή. Το βάρος που αναλαμβάνουν οι Α.Π.Ε. είναι προφανές: η επιδότηση του κόστους του προμηθευτή ΔΕΗ γίνεται έλλειμμα στο Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. ή αυξημένο ΕΤΜΕΑΡ. Το βάρος στον καταναλωτή είναι πιο έμμεσο: όταν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία υπόκειται στον ανταγωνισμό (στην προκειμένη περίπτωση η Προμήθεια ηλεκτρικής ενέργεια) αλλά η τιμή του/της επιδοτείται, το περιθώριο ανταγωνισμού είναι μικρότερο και άρα το περιθώριο μείωσης της τιμής είναι επίσης μικρότερο. Πρόκειται για μία αρνητική επίπτωση στον καταναλωτή η οποία σήμερα δεν φαίνεται αφού, ούτως ή άλλως, δεν υφίσταται ανταγωνισμός ούτε πραγματική δυνατότητα επιλογής για τον καταναλωτή.
Το πώς και γιατί ωφελείται η ΔΕΗ από την ύπαρξη των Α.Π.Ε. και ειδικότερα της Αιολικής Ενέργειας, αναπτύσσεται συνοπτικά ακολούθως.
Η διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας στον καταναλωτή προέρχεται από ένα δεδομένο μείγμα τεχνολογιών ηλεκτροπαραγωγής στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το μείγμα αυτό καθορίζει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής που καταβάλουν οι Προμηθευτές προς τους Ηλεκτροπαραγωγούς. Για πολλά χρόνια και για ποικίλους λόγους, το σύνολο των πληρωμών από τους Προμηθευτές προς τους Ηλεκτροπαραγωγούς δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των αμοιβών των τελευταίων. Βασική αιτία αυτού του «ελλείμματος πληρωμών» είναι οι αδίκως χαμηλές τιμές στην χονδρεμπορική αγορά (Οριακή Τιμή Συστήματος, ΟΤΣ) εξαιτίας των οποίων οι Προμηθευτές βαρύνονται με λιγότερο κόστος από ό,τι το κόστος ηλεκτροπαραγωγής που θα όφειλαν να καλύψουν.
Το γεγονός είναι ότι, εξαιτίας της έλλειψης ανταγωνισμού στη λιανική αγορά και της ύπαρξης λίγων μόνο ανταγωνιστών στην πλευρά της παραγωγής, η ΔΕΗ δεν είχε κανένα κίνητρο να επιδιώκει ορθολογικές τιμές χονδρεμπορικής (βλ. ανάμεσα σε άλλα και το “Reform of the Capacity Remuneration Mechanism in Greece, July 2014” http://www.rae.gr/site/file/system/docs/misc1/20102011/29071402). Οι χαμηλές τιμές χονδρεμπορικής αγοράς (δηλ. οι χαμηλές Οριακές Τιμές Συστήματος, ΟΤΣ) πιέζουν άδικα τους ανταγωνιστές της ΔΕΗ-Παραγωγή που εγχέουν ενέργεια στο σύστημα, ήτοι:
Οι χαμηλές τιμές χονδρεμπορικής οδηγούν κατά βάση το ανωτέρω αναφερόμενο «έλλειμμα πληρωμών», δημιουργώντας όφελος υπέρ των Προμηθευτών. Για να μην υφίσταται αυτό το έλλειμμα πληρωμών θα όφειλαν οι Προμηθευτές να αυξήσουν τις καταβολές τους προς τους ηλεκτροπαραγωγούς ώστε οι τελευταίοι να καλύπτουν το κόστος τους. Αυτό πράγματι συνέβαινε στο παρελθόν με τους συμβατικούς ηλεκτροπαραγωγούς που προστατεύθηκαν από το φαινόμενο των τεχνητά χαμηλών ΟΤΣ μέσω των διοικητικά ορισμένων μηχανισμών του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους, ΜΑΜΚ και της αυξημένης αποζημίωσής τους μέσω του Μηχανισμού Διαθεσιμότητας Ισχύος, ΜΔΙ. Οι μηχανισμοί αυτοί (ΜΑΜΚ, ΜΔΙ) μείωσαν το όφελος των Προμηθευτών υπέρ των συμβατικών ηλεκτροπαραγωγών.
Αντιθέτως, οι Παραγωγοί Α.Π.Ε. παρέμειναν εκτεθειμένοι στις μειωμένες καταβολές των Προμηθευτών προς τον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. με αποτέλεσμα, το ανωτέρω έλλειμμα πληρωμών, αν και κοινό πρόβλημα όλων των ηλεκτροπαραγωγών, να μετατραπεί αποκλειστικά σε έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. προς όφελος της ΔΕΗ-Προμηθευτή.
Προφανώς το όφελος που αποκομίζουν οι Προμηθευτές λόγω των μειωμένων καταβολών τους στον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. (ΕΛΑΠΕ) σημαίνει ότι είτε οι καταναλωτές πρέπει να επιβαρυνθούν περισσότερο μέσω του Τέλους Α.Π.Ε. (πλέον ΕΤΜΕΑΡ) προκειμένου ο Λογαριασμός να παραμένει ισοσκελισμένος είτε ο Λογαριασμός να γίνει ελλειμματικός. Αρκετές μελέτες, ακολουθώντας την υπόθεση ότι το Τέλος Α.Π.Ε. θα διαμορφωνόταν έτσι ώστε να ισοσκελίζεται οι Λογαριασμός, ποσοτικοποίησαν ή παρείχαν στοιχεία για την ποσοτικοποίηση του ποοσύ που θα ελαφρύνονταν οι καταναλωτές εάν οι Προμηθευτές κατέβαλαν αυτά που οφείλουν στον ΕΛΑΠΕ.
Υφίστανται τρεις βασικοί λόγοι εξαιτίας των οποίων οι Προμηθευτές αποκομίζουν όφελος από τις μειωμένες καταβολές τους στον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. λόγω της χαμηλής ΟΤΣ (βλ. Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε: Ανάλυση και Προβλέψεις, ΕΜΠ, Μάρτιος 2011).
Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΔΕΗ αγοράζει την ενέργεια Α.Π.Ε. πιο φθηνά από ό,τι θα αγόραζε την υποκαθιστάμενη συμβατική ενέργεια η οποία θα παραγόταν εάν δεν υπήρχαν οι Α.Π.Ε. Το όφελος που αποκόμισε η ΔΕΗ χάρη στις Α.Π.Ε. για την περίοδο από τις αρχές του 2009 έως το πρώτο τρίμηνο του 2014 (δηλ. έως την ψήφιση του ν.4254/2014 που περιέκοψε τις τιμές των Α.Π.Ε.) μπορεί να ξεπερνά τα 420 εκατ. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος Μαρτίου 2014 το έλλειμμα του ΕΛΑΠΕ ήταν 495 εκατ. ευρώ. Η κάλυψη αυτού του ελλείμματος επιβλήθηκε αποκλειστικά στις Α.Π.Ε. μέσω των αναδρομικών περικοπών της τιμής αποζημίωσής τους παρά το ότι και οι Προμηθευτές είχαν ωφεληθεί από αυτό. Επιβάλλεται, λοιπόν, να βρεθεί μια συνολική λύση στο πλαίσιο της οποίας θα κληθούν να συμβάλουν όλες οι πλευρές στο μέτρο των δυνατοτήτων τους και αναλόγως της συμμετοχής του στις αιτίες του προβλήματος.
Έχει ενδιαφέρον ότι η ίδια η ΔΕΗ ποσοτικοποίησε το όφελος που αποκόμιζε από τις μειωμένες καταβολές της προς τον ΕΛΑΠΕ. Συγκεκριμένα, με το νόμο 4152/2013, ο οποίος ψηφίστηκε τον Απρίλιο 2013, διορθώθηκε μερικώς το πρόβλημα των μειωμένων καταβολών, αφού καθορίσθηκε ότι οι καταβολές των Προμηθευτών προς τον ΕΛΑΠΕ δεν μπορεί να είναι μικρότερες από ένα κατώφλι (το Μέσο Μεταβλητό Κόστος, ΜΜΚ των θερμικών μονάδων) ασχέτως της ΟΤΣ τη συγκεκριμένη ώρα. Η ΔΕΗ σε επίσημη παρουσίαση των οικονομικών της αποτελεσμάτων στους αναλυτές https://www.dei.gr/Documents2/OIKAP%201Q2013/PPC%201Q2013%20RESULTS_GR_%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%99%CE%9A%CE%9F.pdf ανακοίνωσε ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα της αποφέρει ετήσιο βάρος 120 εκατ. €. Αυτό σημαίνει ότι κατά το προηγούμενο έτος 2012, αυτό είναι το ελάχιστο ποσό που θα όφειλε να είχε καταβάλει στον ΕΛΑΠΕ και δίνει ένα μέτρο κλίμακας του ετησίου οφέλους που αποκόμιζε η ΔΕΗ. Το όφελος από τον ΕΛΑΠΕ, αν και μειωμένο, συνεχίζεται και σήμερα διότι ο ν. 4152/2013 ήταν ένα μερικό μόνο βήμα προς την ορθή κατεύθυνση. Διότι και πάλι το ΜΜΚ που καθορίσθηκε ως η ελάχιστη καταβολή των Προμηθευτών στον ΕΛΑΠΕ, δεν απεικονίζει το σύνολο του οφέλους τους λόγω των Α.Π.Ε. Μια πιο πλήρης λύση θα όφειλε να υποχρεώνει τους Προμηθευτές να καταβάλουν την ΟΤΣ που διαμορφωνόταν εάν δεν υπήρχαν οι Α.Π.Ε. δηλαδή το κόστος των ακριβών θερμικών μονάδων που σβήνουν χάρη στις Α.Π.Ε. και όχι απλώς τον μέσο όρο του φθηνότερων θερμικών μονάδων που συνεχίζουν να λειτουργούν, προσαυξημένο φυσικά με την αξία του ποσοστού της διαθεσιμότητας ισχύος που προσφέρουν οι Α.Π.Ε.
Δυστυχώς η συζήτηση, σε επίπεδο πολιτικής και εξουσίας, στην Ελλάδα επικεντρώνεται στα βραχυπρόθεσμα θέματα. Το πολιτικό δυναμικό της χώρας εμφανίζει μια συστηματική αδυναμία να διαγνώσει τη βαρύτητα των αποφάσεων ή της αδράνειάς του για τα επόμενα 5 ή 10 χρόνια, πόσω μάλλον για τις επόμενες γενιές. Το έλλειμμα σχεδιασμού μάλλον σχετίζεται με τον βραχύ χρόνο που χαρακτηρίζει τις έννοιες πολιτικού κόστους και οφέλους στην εγχώρια πολιτική ανάλυση. Σχετίζεται φυσικά και με την βαθειά εμπεδωμένη πελατειακή σχέση κοινωνίας-πολιτικής που διαμορφώθηκε τους δύο προηγούμενους αιώνες και θεμελιώθηκε σε πολύ συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους.
Ίσως όμως η ενεργειακή πολιτική σήμερα προσφέρει μια ευκαιρία. Και αυτό διότι σήμερα “λουζόμαστε” τις συνέπειες επιλογών και αποφάσεων όχι ενός μακρινού παρελθόντος αλλά της τελευταίας 15ετίας. Το σχετικά μικρό αυτό διάστημα και το γεγονός ότι πολλοί πρωταγωνιστές εμπλέκονται ακόμα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στα πράγματα, ίσως επιτρέψει να σκεφθούμε ότι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, το τι θα κάνουμε ή δεν θα κάνουμε σήμερα, θα μας επηρεάσει σε λίγα χρόνια και θα συνεχίσει να μας επηρεάζει για τις επόμενες δεκαετίες.
Οι ενεργειακές αποφάσεις μας λοιπόν δεν μπορεί να αγνοούν τις κατευθύνσεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί στην Ευρώπη και διεθνώς. Είναι δεδομένη η δέσμευση της Ευρώπης για τον διαρκή ενεργειακό μετασχηματισμό προς ένα πράσινο μοντέλο, με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με εξοικονόμηση ενέργεια, με καινοτομία και τελικά με χαμηλές έως μηδενικές εκπομπές άνθρακα. Η δέσμευση αυτή επιβεβαιώνεται διαρκώς με τα θεσμικά κείμενα της Ευρώπης: Οδικός Ενεργειακός Χάρτης για το 2050, Κλιματικό και Ενεργειακό πακέτο για το 2030, Σχέδιο για την Ενεργειακή Ένωση.
To ακόλουθο διάγραμμα περιλαμβάνει τις προβλέψεις για την εξέλιξη των τιμών ETS όπως περιέχονται στον Ενεργειακό Οδικό Χάρτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2050.
Σχήμα 2 : Προβλέψεις για τις τιμές ETS, EU Energy Road Map 2050

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι μακράν η πιο φθηνή επιλογή για νέους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η άποψη ότι η ΔΕΗ και οποιοσδήποτε προμηθευτής αύριο, θα μπορούσε να προμηθεύεται την αντίστοιχη ποσότητα ενέργειας σε πολύ φθηνότερες τιμές, έρχεται από το παρελθόν και δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα του παρόντος και το μέλλον.
Αν αγνοήσουμε αυτή την πραγματικότητα, αν επιλέξουμε σήμερα να παραμείνουμε ως χώρα δεσμευμένοι στα ορυκτά καύσιμα ή ακόμα χειρότερα να τα επεκτείνουμε, θα έχουμε υπονομεύσει συνειδητά το μέλλον μας και θα έχουν φυλακίσει τους εαυτούς και τα παιδιά μας σε ένα μη βιώσιμο περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας. Για να μην βρεθούν τότε τα παιδιά μας να κριτικάρουν τις σημερινές επιλογές, ας σκεφθούμε την κριτική που εμείς κάνουμε σήμερα στις αποφάσεις του παρελθόντος (έστω και εάν αυτή η κριτική δεν αφορά τις δικές μας αποφάσεις, μιας και δεν έχουμε το αναγκαίο θάρρος, αλλά των άλλων).
* Ο κ. Παναγιώτης Γ. Παπασταματίου είναι μέλος του Δ.Σ. της ΕΛΕΤΑΕΝ